Aξιολόγηση μαθησιακών δυσκολιών

Post

Aξιολόγηση

Aξιολόγηση είναι η διαδικασία της συλλογής πληροφοριών για την αναγνώριση των παραγόντων που συνεισφέρουν στη δυσκολία ενός μαθητή, όταν μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει. Είναι σημαντική για μια σειρά διαφορετικών αλλά αλληλένδετων λόγων. Πρώτον, συλλέγονται πληροφορίες από γονείς και δασκάλους, για να κατανοηθούν οι αναπτυξιακές και εκπαιδευτικές ευκαιρίες που έχουν προσφερθεί στον εκάστοτε μαθητή. Έπειτα, του δίνονται τεστ, για να αναγνωριστούν τα δυνατά σημεία και οι αδυναμίες του που οδηγούν σε μια διάγνωση και ένας οδικός χάρτης για την παρέμβαση. Αναπτύσσονται στη συνέχεια και αναφέρονται τα συμπεράσματα και οι προτάσεις. Η αξιολόγηση για έναν μαθητή που έχει δυσκολίες με την ανάγνωση και τη γραφή, είναι σημαντική για 3 λόγους: (α) οδηγεί σε διάγνωση, (β) αποτελεί βάση για τον σχεδιασμό της κατάλληλης παρέμβασης και (γ) τεκμηριώνει τα απορρέοντα από τον νόμο δικαιώματα.

Ψυχομετρικό Κριτήριο Γνωστικής Επάρκειας για Παιδιά και Εφήβους (Γωνίδα, Ιωσηφίδου, 2008)

Σκοπός του τεστ είναι η διάκριση και αναγνώριση μέσα από ένα σύνολο υποδοκιμασιών, των δυνατοτήτων αλλά και των αδυναμιών ενός παιδιού ή εφήβου στο επίπεδο της γνωστικής διεργασίας: α) αναγνώριση διαταραχής σε αρχικό στάδιο (π.χ. διαταραχή γνωστικής επεξεργασίας) και β) δυνατότητα πραγματοποίησης διαφοροδιάγνωσης και ανάδειξης του γνωστικού προφίλ του μαθητή.

Ανάκληση λέξεων:Αξιολόγηση της διαδοχικής επεξεργασίας και της βραχύχρονης μνήμης μέσω της ακουστικής οδού.
Ανάκληση αριθμών:Αξιολόγηση της διαδοχικής επεξεργασίας και της βραχύχρονης μνήμης μέσω της ακουστικο-γλωσσικής οδού.
Ολοκλήρωση μορφών:Αξιολόγηση της παράλληλης επεξεργασίας μέσω της οπτικής οδού αλλά και της οπτικής αντίληψης.
Συμπερασματική σκέψη:Αξιολόγηση -μη λεκτικά- της ικανότητας του παιδιού/εφήβου να σχεδιάζει εικόνες στο μυαλό του αλλά και της ικανότητάς του να οδηγείται μέσω του συλλογισμού στην εξαγωγή συμπερασμάτων.
Εκφραστικό λεξιλόγιο:Αξιολόγηση της μαθημένης γνώσης που το παιδί/έφηβος αποκτά μέσω της αλληλεπίδρασής του με τον κοινωνικό του περίγυρο.

Ψυχομετρικό κριτήριο πρώιμης μαθηματικής επάρκειας της Ουτρέχτης (προσαρμογή – στάθμιση) (Μπάρμπας, κ.ά., 2008α)


Το ψυχομετρικό κριτήριο πρώιμης μαθηματικής επάρκειας της Ουτρέχτης σχεδιάστηκε από μια ομάδα επιστημόνων του Τμήματος Ειδικής Αγωγής του πανεπιστημίου της Ουτρέχτης στην Ολλανδία και το 2008 πραγματοποιήθηκε η στάθμιση του κριτηρίου στην Ελλάδα από τους Γ. Μπάρμπα και συνεργάτες.

Σκοπός του κριτηρίου είναι η εκτίμηση της πρώιμης μαθηματικής επάρκειας παιδιών προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας (4 – 7.05). Η πρώιμη μαθηματική επάρκεια αναφέρεται στο σύνολο των γνώσεων και των δεξιοτήτων που αποτελούν προϋπόθεση για να εισαχθεί αποτελεσματικά ένα παιδί προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας στα σχολικά μαθηματικά της τυπικής εκπαίδευσης. Οι κατασκευαστές του εργαλείου βασίστηκαν στον συνδυασμό δύο θεωρητικών προσεγγίσεων σχετικών με τη δημιουργία της έννοιας του αριθμού ή των αριθμητικών εννοιών και σχέσεων.
Η πρώτη θεωρητική προσέγγιση (Piaget) υποστηρίζει ότι η διαμόρφωση της έννοιας του αριθμού στηρίζεται στην εξελικτική πορεία τεσσάρων ικανοτήτων: της σύγκρισης, της ταξινόμησης, της αντιστοίχισης και της σειριοθέτησης.
Η δεύτερη υποστηρίζει ότι η διαμόρφωση του νοήματος του αριθμού συνδέεται με την ανάπτυξη της δεξιότητας της καταμέτρησης η οποία χωρίζεται σε 5 φάσεις:
• ακουστική καταμέτρηση
• μη συγχρονισμένη καταμέτρηση
• δομημένη καταμέτρηση
• αποτελεσματική καταμέτρηση
• συντομευμένη καταμέτρηση

Βασισμένοι στη σύνθεση των δύο αυτών θεωρητικών προσεγγίσεων χώρισαν το κριτήριο στις εξής οκτώ ενότητες:
• Σύγκριση
• Ταξινόμηση
• Αντιστοίχιση
• Σειριοθέτηση
• Χρήση λέξεων αρίθμησης
• Δομημένη καταμέτρηση
• Αποτελεσματική καταμέτρηση
• Γενική γνώση αριθμών

Ψυχοκοινωνικό κριτήριο σχολικής κοινωνικής επάρκειας (Κοντοπούλου, 2008)


Το κριτήριο έχει στόχο να αξιολογήσει τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά παιδιών 4-8 ετών και εφήβων 7-16 ετών ως προς την κοινωνική και σχολική προσαρμογή τους και να εντοπίσει πιθανά προβλήματα που μπορούν να εμφανιστούν στο μέλλον και να δυσκολέψουν την προσαρμογή του στο σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Η ικανότητα του παιδιού να αντεπεξέλθει στο σχολικό περιβάλλον και στην καθημερινή πραγματικότητα απαιτεί την απόκτηση ειδικών δεξιοτήτων και ονομάζεται σχολική κοινωνική επάρκεια που συνδέεται άμεσα στη σχολική προσαρμογή. Επειδή όμως είναι δύσκολη η εκτίμηση αυτής της ικανότητας του παιδιού που ποικίλλει από ηλικία σε ηλικία κατασκευάστηκαν δυο διαφορετικά κριτήρια.
Στόχος του κριτηρίου σχολικής κοινωνικής επάρκειας για παιδιά 4-8 ετών είναι η παροχή στοιχείων για κοινωνικές δεξιότητες και προβλήματα που μπορούν να εμφανιστούν στη σχέση του παιδιού με τους άλλους διευκολύνοντας έτσι την περιγραφή των ψυχοκοινωνικών χαρακτηριστικών και την ανάδειξη πιθανόν προβλημάτων που μπορούν να επηρεάσουν το παιδί στο μέλλον. Το παιδί που ξεκινά τη σχολική και κοινωνική του ένταξη από την προσχολική αγωγή πρέπει να διαθέτει κοινωνικές δεξιότητες, αναπτυξιακά χαρακτηριστικά και ψυχοκοινωνική ωριμότητα, τα οποία θα το βοηθήσουν στην ψυχική του υγεία.
Δυο διαφορετικοί τύποι του κριτηρίου, ανάλογα με τις ηλικίες που απευθύνονται, αξιολογούν τη σχολική και την κοινωνική επάρκεια των εξεταζομένων. Ο πρώτος τύπος συμπληρώνεται από τους εκπαιδευτικούς και απευθύνεται σε παιδιά 4-8 ετών. Τα 30 ερωτήματα του πρώτου τύπου του κριτηρίου επιμερίζονται σε τρεις άξονες, οι οποίοι διερευνούν τις εσωτερικές, τις εξωτερικές και τις προσαρμοστικές αντιδράσεις του αξιολογούμενου παιδιού. Ο δεύτερος τύπος συμπληρώνεται από τους ίδιους τους αξιολογουμένους και απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους 7-16 ετών. Περιλαμβάνει την κλίμακα αυτοεκτίμησης και την κλίμακα αυτοαντίληψης. Μια κλίμακα ψεύδους που περιλαμβάνει 6 ερωτήματα για κάθε ηλικιακή ομάδα ελέγχει την ειλικρίνεια των απαντήσεων του αξιολογουμένου.

Detroit Test Μαθησιακής Επάρκειας (DTLA) Ψυχομετρική – διαφορική αξιολόγηση παιδιών και εφήβων με μαθησιακές δυσκολίες (Τζουριάδου, 2008)

Το Detroit Test μαθησιακής επάρκειας είναι η προσαρμογή και στάθμιση στην ελληνική πραγματικότητα των DTLA-P:3 και DTLA-4, τα οποία χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της μαθησιακής επάρκειας των μαθητών και βοηθούν στη δημιουργία παιδαγωγικών παρεμβάσεων για διάφορους τύπους μαθησιακών προβλημάτων. Άρχισαν να χορηγούνται το 2007-2008, είναι σύντομα και βασίζονται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα του ελληνικού πληθυσμού.

Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα ψυχομετρικό τεστ ειδικών ικανοτήτων του ατόμου που αφορά τη νοητική λειτουργία και βοήθα στον εντοπισμό των δυνατοτήτων και των αδυναμιών. Το DTLA-P:3 προορίζεται για παιδιά 4.0 έως 7.11 χρονών και το DTLA-4 για παιδιά 8.0 έως 15.11 ετών που μπορούν να κατανοήσουν και ανταποκριθούν στο περιεχόμενο των υποδοκιμασιών.

To DTLA-P: 3 αποτελείται από 115 ερωτήσεις και εκτιμά 16 διαφορετικές ικανότητες που οδηγούν σε ένα γενικό πηλίκο επάρκειας, καθώς και σε τυπικούς βαθμούς ανά περιοχή, από τις οποίες προέρχονται οι αντιθετικές συνθέσεις. Οι περιοχές είναι τρεις, η γλωσσική, η κινητική και η περιοχή προσοχής, οι οποίες χωρίζονται αντίστοιχα σε λεκτικό και μη λεκτικό, σε κινητικό και μη κινητικό και σε επαυξημένη προσοχή και περιορισμένη.
Στο DTLA-4 χρησιμοποιούνται οι εξής υποδοκιμασίες στο παιδί για να εξεταστεί η επίδοσή του:
Υποδοκιμασία 1. Αντίθετες έννοιες
Υποδοκιμασία 2. Ακολουθία σχεδίου
Υποδοκιμασία 3. Αναπαραγωγή προτάσεων
Υποδοκιμασία 4. Αντιστροφή γραμμάτων
Υποδοκιμασία 5. Αναπαραγωγή σχεδίου
Υποδοκιμασία 6. Βασικές πληροφορίες
Υποδοκιμασία 7. Συμβολικές σχέσεις
Υποδοκιμασία 8. Ακολουθίες λέξεων
Υποδοκιμασία 9. Ακολουθίες ιστοριών

Ψυχομετρικό κριτήριο αντιληπτικής λειτουργίας για παιδιά και εφήβους (Στογιαννίδου, 2008)


Αποτελείται από έναν συνδυασμό έργων που απαιτούν γραπτή αντίδραση (4 δοκιμασίες) και έργων που απαιτούν εκτελεστικές αντιδράσεις από την πλευρά του εξεταζομένου (8 δοκιμασίες).

Οπτικοκινητικός συντονισμός
Οπτική διάκριση & διαχωρισμός
Αντίληψη σχέσεων στο χώρο
Αναπαραγωγή γεωμετρικών σχεδίων
Αναγνώριση σχημάτων στην παλάμη
Ηχητικά μοτίβα / κινητική αναπαραγωγή
Δάχτυλο στη μύτη
Περπάτημα φτέρνα – δάχτυλα
Ισορροπία σε ένα πόδι
Γρήγορες αντιστρεφόμενες επαναλαμβανόμενες κινήσεις του χεριού
Έκταση του βραχίονα και του ποδιού
Στη βαθμολόγηση διακρίνουμε: την κανονική απόκλιση, στην οποία ο μαθητής, νευρολογικά, κινείται σε φυσιολογικά επίπεδα και σπάνια εμφανίζει μαθησιακές δυσκολίες, τη σοβαρή απόκλιση, όπου το παιδί παρουσιάζει δυσκολίες στη μάθηση, οι οποίες εμφανίζονται και με άλλα σύνδρομα, συνδυασμούς προβλημάτων, και τη μέτρια διαφορά, το άτομο δεν αποδίδει σύμφωνα με την ηλικία του και παρουσιάζει συμπτώματα αναπτυξιακής ή νευρολογικής φύσης.

Ψυχομετρικό κριτήριο μαθηματικής επάρκειας για παιδιά και εφήβους. (Μπάρμπας, Βερμέουλεν, Κιοσέογλου και Μενεξές 2008β)


Το ψυχομετρικό κριτήριο μαθηματικής επάρκειας 7.06-15.05 ανιχνεύει τις πιθανές αδυναμίες του μαθητή συγκριτικά με τους συνομηλίκους του και γίνεται πιο συγκεκριμένος ο προσδιορισμός των εσωτερικών αδυναμιών και δυνατοτήτων του.

Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η κατασκευή εξειδικευμένων προγραμμάτων παρέμβασης. Τέλος, ένας ακόμα στόχος του κριτηρίου είναι η αξιολόγηση της πορείας του μαθητή μετά την εφαρμογή του εξειδικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος. Το κριτήριο μελετά την ικανότητα ανάπτυξης μαθηματικής σκέψης, δηλαδή την επίλυση προβλημάτων σε καταστάσεις της καθημερινής ζωής. Η μαθηματική ικανότητα αποτελεί συνδυασμό της επίδοσης τόσο της εννοιολογικής γνώσης (θεωρία) όσο και της γνώσης διεργασίας (κανόνες εφαρμογής). Ως μαθηματική επάρκεια ορίζεται η ικανότητα ανάπτυξης και εφαρμογής της μαθηματικής σκέψης. Η μαθηματική επάρκεια προϋποθέτει την εννοιολογική γνώση των μαθηματικών, την ικανότηταμτων υπολογισμών και επίλυσης προβλημάτων, την αναγνωστική επάρκεια καθώς και το ανεπτυγμένο οπτικοχωρικό σύστημα.
Το ψυχομετρικό κριτήριο μαθηματικής επάρκειας αποτελείται από 3 υποδοκιμασίες: το λεξιλόγιο, τους υπολογισμούς και την επίλυση προβλημάτων.

Ψυχομετρικό Κριτήριο Γλωσσικής Επάρκειας Λ-α-Τ-ω. (Τζουριάδου, κ.ά., 2008)

Το Ψυχομετρικό Κριτήριο Γλωσσικής Επάρκειας βασίζεται στις θεωρητικές προσεγγίσεις των Bloom (1974, στο Τζουριάδου, κ.ά., 2008) και Lahey (1978, στο Τζουριάδου, κ.ά., 2008), καθώς και στις προσεγγίσεις των Rabinowitz και Glaser (1985, στο Τζουριάδου, κ.ά., 2008) και του Μarkman (1981, στο Τζουριάδου, κ.ά., 2008). Είναι κατάλληλο για παιδιά ηλικίας 4-16 ετών με σκοπό την εκτίμηση επάρκειας των γλωσσολογικών στοιχείων του λόγου.

Σε συνάρτηση των θεωριών που θέτουν οι παραπάνω ειδικοί τα στοιχεία του λόγου ταξινομούνται σε τρία συστήματα τα οποία εμπεριέχουν τα στοιχεία της μορφής (φωνολογικό, μορφοσυντακτικό) και του περιεχομένου (σημασιολογικό) του λόγου.
Η πρόσληψη, η οργάνωση και η έκφραση αποτελούν τα τρία αυτά βασικά συστήματ και αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο λόγος γίνεται κατανοητός και χρησιμοποιείται. Πιο αναλυτικά, η πρόσληψη περιλαμβάνει τις λειτουργίες της κωδικοποίησης και της λειτουργίας κατανοητής ομιλίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες γλωσσικές δραστηριότητες εμπεριέχουν και τα δύο αυτά συστήματα. Ωστόσο οι ερευνητές συμπεριέλαβαν και το οργανωτικό σύστημα, καθώς δεν ήταν δυνατό να προσεγγιστούν όλα τα γλωσσικά έργα μόνο με τα δύο παραπάνω συστήματα. Το σύστημα αυτό αναφέρει την ικανότητα του εγκεφάλου να συνδέει και να οργανώνει τις γλωσσικές πληροφορίες που προσλαμβάνει σε κατηγορίες.

 

Δείτε επίσης

Post Αξιολόγηση

Aξιολόγηση