Skip to content Skip to navigation

mathisiakes-dyskolies.gr

   Σύγχρονες προσεγγίσεις στην αξιολόγηση και τον σχεδιασμό παρεμβάσεων

Σύγχρονες προσεγγίσεις στην αξιολόγηση και τον σχεδιασμό παρεμβάσεων

Σύγχρονες προσεγγίσεις στην αξιολόγηση και τον σχεδιασμό παρεμβάσεων
Περιγραφή: 

Μ.Τζουριάδου, Ομότιμη Καθηγήτρια ΑΠΘ
E. Αναγνωστοπούλου, Δρ Ειδικής αγωγής


Οι μαθησιακές δυσκολίες αποτελούν μια ετερογενή ομάδα μαθητών με βασικά χαρακτηριστικά τη μέση φυσιολογική νοημοσύνη και την μη αναμενόμενη χαμηλή επίδοση στην ανάγνωση, στη γραφή, στην ορθογραφία και στα μαθηματικά.

Παρότι έχουν μελετηθεί ερευνητικά για πάνω από 60 χρόνια περίπου από διαφορετικούς κλάδους της επιστήμης, μέχρι σήμερα υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί στην έρευνα οι οποίοι οφείλονται στο γεγονός ότι δεν έχουν διατυπωθεί έγκυρες ερμηνευτικές θεωρίες, χρησιμοποιούνται διαφορετικοί όροι όπως ελάχιστη εγκεφαλική δυσλειτουργία, δυσλεξία, αναπτυξιακή αφασία, ειδικές μαθησιακές δυσκολίες κτλ. και χρησιμοποιούνται αόριστοι ή γενικοί λειτουργικοί ορισμοί. Οι δυσκολίες επικοινωνίας μεταξύ των ερευνητών συνεχίζουν να θέτουν εμπόδια στην ανάπτυξη θεωριών και στην πρόοδο των ερευνών, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αντιγνωμίες και στις καλύτερες πρακτικές που θα μπορούσαν να οριοθετήσουν το πεδίο. Οι ασάφειες και αντιγνωμίες γύρω από το πεδίο των μαθησιακών δυσκολιών έχουν οδηγήσει επιστήμονες όπως οι Kavale και Forness (1984, 1995) να το παρομοιάσουν με ομοιοπαθητική μαγεία εφόσον συγκρίνουμε ορατό με ορατό, δηλαδή παραμέτρους των προβλημάτων που πολλές φορές δεν σχετίζονται μεταξύ τους. Από την άλλη πλευρά η υπεργενίκευση των μαθησιακών δυσκολιών και η δραματική αύξηση των ποσοστών τους διόγκωσε την ειδική αγωγή, εντάσσοντας την πλειονότητα των  μαθητών χαμηλής σχολικής επίδοσης και οδήγησε επιστήμονες όπως ο Senf (1986) να τη θεωρήσουν ως το «κοινωνικό σφουγγάρι» που θα αποκαθάρει τη γενική εκπαίδευση.

Ανεξάρτητα από τις αντιγνωμίες και τις αντιφάσεις υπάρχει συναίνεση μεταξύ των επιστημόνων στα εξής σημεία: (α) οι μαθησιακές δυσκολίες έχουν εγγενή προέλευση, προέρχονται δηλαδή από το ίδιο το παιδί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το περιβάλλον και ιδιαίτερα η εκπαίδευση δεν παίζουν σημαντικό ρόλο, (β) ένας μαθητής με μαθησιακές δυσκολίες έχει χαμηλή σχολική επίδοση ενώ ο δείκτης νοημοσύνης του κυμαίνεται στα πλαίσια του φυσιολογικού, (γ) οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες έχουν ενδοατομικές διαφορές στη γνωστική λειτουργία και (δ) στην περίπτωση των μαθησιακών δυσκολιών δεν μπορεί να συμπεριληφθούν μαθητές των οποίων οι δυσκολίες οφείλονται σε άλλες ανεπάρκειες ή περιβαλλοντικά εμπόδια. Ωστόσο, οι μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να συνυπάρχουν και με άλλου είδους ανεπάρκειες, μόνο που στην περίπτωση αυτή αποτελούν παράγοντα συννοσηρότητας και όχι το πρωτογενές πρόβλημα του παιδιού (Hale, Alfonso, Berninger, et al., 2010).

Διαβάστε περισσότερα εδώ

Ποιοι είμαστε

η ομάδα μας

Ακολουθήστε μας

στο Facebook, Youtube

Εγγραφή στο newsletter